Γενετική και Βιοηθική: Πρόοδος ή επικίνδυνη εξέλιξη; γράφει ο Γιώργος Μπόσκου

 

Από τις επιστήμες που γνωρίζουν ραγδαία ανάπτυξη στην εποχή μας είναι αυτή της Γενετικής. Αποτελεί ίσως την πιο σημαντική των επιστημών, γιατί ασχολείται με την βιολογική λειτουργία και εξέλιξη των έμβιων όντων, δηλαδή με την ίδια την ζωή.

Βάσει ορισμού, γενετική ορίζεται η μελέτη των γονιδίων, της κληρονομικότητας και της βιοποικιλότητας των έμβιων οργανισμών. Αποτελεί κλάδο της Βιολογίας, οπότε συμβάλλει στην κατανόηση της κληρονομικότητας αλλά και της προέλευσης και ανάπτυξης των ειδών.

Ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του εικοστού αιώνα από τον Άγγλο  βιολόγο Γουίλλιαμ Μπέιτσον, σε μια επιστολή του. Ωστόσο, ο πατέρας αυτής της επιστήμης είναι ο Αυστριακός Αυγουστίνος μοναχός και επιστήμονας Γκρέγκορ Μέντελ. Ο τελευταίος πειραματίστηκε με τους μηχανισμούς της κληρονομικότητας και των γονιδίων στα φυτά, θέτοντας με αυτόν τον τρόπο  τα θεμέλια της Γενετικής.

Υπήρξαν πολλοί σημαντικοί σταθμοί στην εξέλιξη αυτής της επιστήμης. Αλλά, σίγουρα ο πιο σημαντικός από όλους ήταν το δίχως άλλο η αποκωδικοποίηση του γενετικού μας κώδικα ή αλλιώς DNA.  Η ανακάλυψη της δομής του έγινε το 1953 από τον Αμερικανό   μοριακό βιολόγο, γενετιστή και ζωολόγο Τζέιμς Γουάτσον και τον Άγγλο μοριακό βιολόγο, βιοφυσικό και νευροεπιστήμονα Φράνσις Κρικ.

Η αποκωδικοποίηση του DNA έφερε αληθινή επανάσταση στον χώρο της Βιολογίας και της Γενετικής. Άνοιξε την δυνατότητα στο να κατανοηθεί καλύτερα η γενετική μας λειτουργία και το πως συμπεριφέρονται τα γονίδια σε σχέση με την κληρονομικότητα. Αυτό έδωσε την ώθηση στο να αναπτυχθεί η Γενετική Μηχανική και να γίνουν σημαντικές παρεμβάσεις στο ανθρώπινο γονιδίωμα, ώστε να καταπολεμηθούν διάφορες σοβαρές κληρονομικές ασθένειες, που ταλαιπωρούσαν τις παλαιότερες γενιές. Ειδικά στον τομέα της Ιατρικής, η εξέλιξη της Γενετικής Μηχανικής είχε αρκετά θετικά οφέλη για την ανθρώπινη υγεία.

Ωστόσο, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλες τις επιστήμες και τις ανακαλύψεις, υπήρξαν  από την αρχή κάποιες επιφυλάξεις στον τρόπο που η Γενετική Μηχανική παρεμβαίνει στον γενετικό κώδικα. Αυτές οι επιφυλάξεις οδήγησαν στη διαμόρφωση της λεγόμενης Βιοηθικής, δηλαδή εκείνου του επιστημονικού κλάδου που ασχολείται με τα ηθικά προβλήματα και διλήμματα που προέκυψαν από τις νέες ανακαλύψεις της Βιολογίας και τις εφαρμογές της Γενετικής Μηχανικής. Σκοπός της είναι να θέσει ένα πλαίσιο ηθικών κανόνων και συνετής χρήσης των νέων ανακαλύψεων και εφαρμογών της Γενετικής, ώστε να αποφευχθούν μη αναστρέψιμα αρνητικά αποτελέσματα.

Σίγουρα, η κατανόηση του γενετικού μας κώδικα και των βιολειτουργιών μας άλλαξε πολλά στην αντίληψη που είχαμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο που μας περιβάλλει. Κατανοώντας την κληρονομικότητα και παρεμβαίνοντας σε αυτήν, ο άνθρωπος  ανέβηκε ακόμη ένα σκαλοπάτι πιο πάνω στην κλίμακα της εξέλιξης, επιτυγχάνοντας να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς της ίδιας της ζωής. Αυτό δεν τον καθιστά να γίνει ένα είδος Θεού;

Aν λοιπόν ο άνθρωπος μπορεί να αγγίξει την θέωση, μέσω της επιστημονικής εξέλιξης, όπως φαίνεται να έχει αρχίσει να γίνεται ειδικά στην εποχή μας, έχοντας μάλιστα στη διάθεσή του τεχνολογικά μέσα που του επιτρέπουν να επιτύχει σχεδόν τα πάντα με βέλτιστα αποτελέσματα, τότε τι είδους μέλλον προδιαγράφεται για το είδος μας; Θα είναι στα αλήθεια ένα μέλλον όπου το ανθρώπινο είδος θα έχει εξελιχθεί γενετικά τόσο, που κληρονομικές ασθένειες και γήρανση να είναι έννοιες του μακρινού πλέον παρελθόντος, ή θα υπάρξει μια νέα δυστοπία, με όρους γενετικούς αυτή τη φορά;

To 1997 είχε κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία Gattaca. Ανήκει στο είδος ταινιών επιστημονικής φαντασίας, που καταπιάνονται με ένα σκοτεινό  μέλλον. Στο μέλλον του Gattaca, που έμοιαζε όμως αρκετά και με το δικό μας παρόν, η Γενετική είχε εξελιχθεί τόσο πολύ ώστε να επιτευχθεί αυτό που λέγεται γονιδιακός προκαθορισμός. Με αυτή την τεχνολογία μπορούσε να προκαθοριστεί γενετικά ο άνθρωπος, σε εμβρυακό ακόμη στάδιο. Αποτέλεσμα αυτού,  να γεννιούνται άνθρωποι τόσο εξελιγμένοι, που δεν αρρώσταιναν σχεδόν ποτέ, είχαν πολύ υψηλό δείκτη νοημοσύνης και βιολογικές αντοχές, και η γήρανσή τους γινόταν με πάρα πολύ αργούς ρυθμούς. Ωστόσο, πρόσβαση σε αυτή την τεχνολογία είχαν μόνο οι εύρωστες οικονομικά  οικογένειες των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Οπότε, τα παιδιά των «κατώτερων» οικογενειών, που γεννιόντουσαν με πιο παραδοσιακό τρόπο, δεν ήταν γενετικά τόσο εξελιγμένα.

Άρα, με άλλα λόγια, μια μη συνετή χρήση της Γενετικής Μηχανικής  θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα πιθανό μέλλον, που θα καθορίζονταν από ένα νέο είδος ρατσισμού, τον γενετικό ρατσισμό. Ή θα μπορούσε να έχει πολύ επικίνδυνες εφαρμογές στον τομέα της οπλικής τεχνολογίας με τη χρήση άκρως επικίνδυνων βιολογικών όπλων, με ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη μας. Ή ακόμη θα μπορούσε να αλλοιώσει την ίδια την ανθρώπινη μας υπόσταση, οδηγώντας σε  επικίνδυνη γενετική μετάλλαξη το είδος μας, παραβιάζοντας έτσι την φυσική εξέλιξη και διαδικασία των ειδών. Ήδη αυτοί οι κίνδυνοι ελλοχεύουν και τώρα και είναι αρκετά πραγματικοί, όσο και αν θέλουμε ενδεχομένως να το αρνηθούμε.

Συμπερασματικά, η επιστήμη της Γενετικής οφείλει να συμβάλλει και αυτή στην προαγωγή της υγείας και της βελτίωσης του ανθρώπου, κάτι που ως ένα βαθμό το έχει επιτύχει, δίχως όμως να παρεμβαίνει αρνητικά στο έργο της ίδιας της Φύσης, προκαλώντας έτσι  αλλοιώσεις και θέτοντας σοβαρά ηθικά προβλήματα. Ας ευχηθούμε ότι η Βιοηθική θα συμβάλλει αποτελεσματικά  στο να μπουν όρια σε κάποιες όχι και τόσο θετικές επιστημονικές εξελίξεις, ώστε να εξασφαλιστεί ένα ασφαλές γενετικό μέλλον για τις επόμενες γενιές.

 

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        Γιώργος Μπόσκου

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       Μάρτιος 2018

 

 

 

 

 

 

 

Επιμέλεια: Τηλέμαχος Αρναούτογλου

Κοινωνικά
Πολιτιστικά
Τοπικά