Σε έκτακτα μέτρα για το ενεργειακό κόστος λόγω του πολέμου με το Ιράν, προσανατολίζεται η ΕΕ

Σε έκτακτες παρεμβάσεις για να περιορίσει τις επιπτώσεις από το νέο άλμα στις τιμές της ενέργειας προσανατολίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, στον απόηχο του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, χωρίς ωστόσο να προχωρά, τουλάχιστον προς το παρόν, σε πιο δραστικές λύσεις, όπως πλαφόν στο φυσικό αέριο ή συνολική αναμόρφωση της αγοράς ηλεκτρισμού.

Σε επιστολή της προς τους ηγέτες της ΕΕ ενόψει της συνόδου κορυφής της Πέμπτης στις Βρυξέλλες, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen περιγράφει παρεμβάσεις, που επικεντρώνονται κυρίως στην αγορά άνθρακα, στην κρατική στήριξη προς τη βιομηχανία και σε φορολογικές ελαφρύνσεις, αποφεύγοντας όμως πιο ριζικές κινήσεις στην αγορά ενέργειας.

Σύμφωνα με την πρόταση, η Κομισιόν σχεδιάζει να διαθέσει περισσότερα δικαιώματα εκπομπών στην αγορά, με στόχο να συγκρατήσει βραχυπρόθεσμα τις τιμές, ενώ παράλληλα ανοίγει τον δρόμο για μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση σε κλάδους, που πιέζονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Η επιστολή προβλέπει επίσης αλλαγές στους κανόνες για τα δωρεάν δικαιώματα άνθρακα, σε μια προσπάθεια να δοθεί ανάσα σε βιομηχανίες, που ζητούν να μην περιοριστούν τόσο γρήγορα, όσο προέβλεπε μέχρι σήμερα, η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική.

Παράλληλα, η von der Leyen αφήνει να εννοηθεί ότι, η προγραμματισμένη αυστηροποίηση του συστήματος εμπορίας ρύπων θα γίνει με πιο αργούς ρυθμούς, κάνοντας λόγο για μια «πιο ρεαλιστική τροχιά απανθρακοποίησης» μετά το 2030.

Η πρόεδρος της Κομισιόν σημειώνει ότι, προς το παρόν, η φυσική ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Προειδοποιεί όμως ότι, η άνοδος των τιμών στα ορυκτά καύσιμα επιβαρύνει ήδη την οικονομία, επισημαίνοντας ότι, ο λογαριασμός εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου για την ΕΕ αυξήθηκε κατά 6 δισ. ευρώ από την έναρξη της σύγκρουσης, στις 28 Φεβρουαρίου.

Η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας, καθώς βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές καυσίμων. Παρότι η ΕΕ προμηθεύεται το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου και του αερίου από τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία και άλλους προμηθευτές, που δεν επηρεάζονται άμεσα από πιθανές περικοπές στη Μέση Ανατολή, η αναταραχή στις αγορές μεταφέρεται άμεσα στις τιμές.

Οι ευρωπαϊκές τιμές αναφοράς του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 50%  από την έναρξη του πολέμου, εντείνοντας την πίεση στις κυβερνήσεις να αποτρέψουν μια επανάληψη της ενεργειακής κρίσης του 2022, όταν οι τιμές είχαν εκτιναχθεί μετά τη μείωση των ρωσικών ροών.

Οι προτάσεις της Κομισιόν επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις πιέσεις χωρών, όπως η Ιταλία, που ζητούν ακόμη και αναστολή της ευρωπαϊκής αγοράς άνθρακα για να μειωθούν οι λογαριασμοί ενέργειας, και στη στάση κρατών όπως, η Σουηδία και η Ολλανδία, που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε αποδυνάμωση του μηχανισμού.

Το πολιτικό δίλημμα είναι διπλό: από τη μία οι κυβερνήσεις ζητούν άμεση αποκλιμάκωση του κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, από την άλλη όμως Βρυξέλλες και αρκετά κράτη-μέλη δεν θέλουν να υπονομεύσουν το βασικό εργαλείο της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Δεν λείπουν πάντως και οι επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Αξιωματούχοι και αναλυτές εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορούν να υπάρξουν γρήγορες λύσεις, ενώ προειδοποιούν ότι, η διεύρυνση της κρατικής ενίσχυσης μπορεί να εντείνει τις ανισότητες μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων χωρών της ΕΕ.

Η εμπειρία της κρίσης του 2022 παραμένει βαριά. Από τα περισσότερα από 500 δισ. ευρώ, που δαπανήθηκαν τότε από τις κυβερνήσεις της ΕΕ για μέτρα στήριξης, τα 158 δισ. ευρώ προήλθαν μόνο από τη Γερμανία, κάτι που είχε αναδείξει την άνιση δυνατότητα παρέμβασης μεταξύ των κρατών-μελών.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Πηγή: Reuters
Κείμενο: Δημήτρης Τζελέπης
Επιμέλεια: Δέσποινα Κουγιουμτζόγλου
Οικονομικά
Πολιτικά