Επιμέλεια: Τηλέμαχος Αρναούτογλου
-Άρθρο του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια συντονισμένη προσπάθεια να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η ελευθερία του Τύπου παραβιάζεται ή ότι επιχειρείται καταστρατήγησή της με κυβερνητική «σφραγίδα». Πρόκειται για ένα αφήγημα που έντεχνα διαμορφώνεται από διάφορους κύκλους που εμφανίζουν τη χώρα να βρίσκεται σε χειρότερη θέση ακόμη και από χώρες που έχουν αυταρχικά καθεστώτα.
Είναι όμως έτσι; Βάλλεται η ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα ή μήπως, αντίθετα λαμβάνονται όλο και περισσότερα μέτρα για την περαιτέρω θωράκισή της, καθώς και για την προστασία των δημοσιογράφων; Ας τα βάλουμε, λοιπόν, κάτω. Να δούμε την αλήθεια, αυτή για την οποία ο Τύπος οφείλει να μεριμνά, αποτελώντας ανάχωμα στην παραπληροφόρηση και τα fake news. Ας δούμε τα πεπραγμένα και όχι όσα υποστηρίζουν διάφορες ατεκμηρίωτες εκθέσεις.
Τα τελευταία χρόνια θεσμοθετήσαμε τη λειτουργία των Μητρώων Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου, διασφαλίζοντας ότι κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος κατευθύνεται αποκλειστικά σε μέσα που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η μεταρρύθμιση αυτή, που ξεκίνησε το 2022, ενισχύθηκε περαιτέρω υιοθετώντας πλήρως διαχρονικά αιτήματα των δημοσιογραφικών ενώσεων και καθιστώντας το τοπίο πιο καθαρό και πιο δίκαιο.
Ακόμη, ενισχύσαμε την αξιοκρατία στα δημόσια ΜΜΕ. Για πρώτη φορά, οι διοικήσεις της ΕΡΤ και του ΑΠΕ-ΜΠΕ περνούν από διαγωνισμό ΑΣΕΠ και ο εκάστοτε αρμόδιος υφυπουργός επιλέγει ένα από τρία ονόματα που έχουν υποστεί τη «βάσανο» εξετάσεων και αξιολόγησης. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε μια συνολική αναμόρφωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Ενισχύσαμε τον δημόσιο χαρακτήρα, την εξωστρέφεια και τη λογοδοσία στον πρόσφατο νόμο που ψηφίστηκε 13 χρόνια μετά τον, χρονικά, τελευταίο.
Περαιτέρω, θεσπίσαμε για πρώτη φορά την υποχρέωση πλήρους δημοσιοποίησης της κρατικής διαφήμισης, τόσο από τους φορείς, όσο και από τα ίδια τα μέσα και νομοθετήσαμε το 30% κάθε κρατικής διαφημιστικής δαπάνης να κατευθύνεται υποχρεωτικά στα περιφερειακά ΜΜΕ.
Καταργήσαμε το αδίκημα της απλής δυσφήμισης, αυστηροποιήσαμε τις ποινές για επιθέσεις κατά αθλητικογράφων, ενώ στηρίζουμε έμπρακτα το Παρατηρητήριο της ΠΟΕΣΥ για την αντιμετώπιση των Slapps για τις οποίες θα ενσωματωθεί σύντομα και το σύνολο των ευρωπαϊκών προβλέψεων στην ελληνική έννομη τάξη. Παράλληλα, έχουμε ήδη ενσωματώσει το μεγαλύτερο μέρος του κανονισμού EMFA για την ελευθερία των ΜΜΕ.
Αυτές οι παρεμβάσεις δεν είναι αποσπασματικές και δεν είναι οι μόνες. Είναι ακριβώς αυτές που έχουν συμβάλει ουσιαστικά στο να αναγνωριστεί, για πρώτη φορά στα χρονικά, «εξαιρετικά θετική» πρόοδος από την Κομισιόν στην ετήσια έκθεσή της στο κομμάτι της ελευθερίας του Τύπου, η οποία είναι ο επίσημος «δείκτης» συνολικά για το κράτος δικαίου σε κάθε κράτος μέλος της Ένωσης.
Όλες αυτές οι παρεμβάσεις δεν έγιναν για χρόνια από καμιά από τις δήθεν «ευαίσθητες» κυβερνήσεις που σήμερα «κόπτονται» για την ελευθερία του Τύπου και όταν ήταν στην εξουσία έκαναν μηνύσεις, απειλούσαν, έκαναν προγραφές σε βάρος δημοσιογράφων, ενώ κάποιοι τους οδηγούσαν στο αυτόφωρο.
Το παραμύθι περί αμφισβήτησης της ελευθερίας του Τύπου, δυστυχώς για τους συγγραφείς, δεν έχει «δράκο». Και τα όσα ισχυρίζονται κάποιοι αποτελούν απλά μια ακόμη επιχείρηση παραπληροφόρησης από όλους όσοι έχουν επενδύσει την πολιτική τους επιβίωση στον λαϊκισμό και την τοξικότητα.
Πέρα, όμως, από τα δεδομένα που δεν αμφισβητούνται και δεν συγκρίνονται με διαδόσεις, ας αναλογιστούμε και κάτι ακόμα. Σε μια χώρα που υπάρχουν περισσότερα ΜΜΕ από ποτέ και βλέπουμε πρωτοσέλιδα που αμφιβάλλω αν θα μπορούσαν να υπάρξουν σε άλλες χώρες της Ευρώπης, υποστηρίζει κανείς σοβαρά ότι δεν έχει κάποιος στην Ελλάδα πλήρη ελευθερία του λόγου; Τολμώ να ισχυριστώ πως όχι.
Είναι αυτονόητο ότι η ελευθερία του Τύπου αποτελεί θεμέλιο σε κάθε Δημοκρατία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κανείς είναι υπεράνω του νόμου, καθώς η ελευθερία του Τύπου είναι ταυτόχρονα άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευθύνη. Είναι το όριο που χωρίζει την ελευθερία από την ασυδοσία. Την ασυδοσία που ποτέ δεν ευνόησε τους πιο αδύναμους. Την ασυδοσία που πάντα ευνοεί όσους υπερασπίζονται στα λόγια την ισότητα, αλλά την υπονομεύουν στην πράξη.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει για το πώς και πού τοποθετείται αυτό το όριο είναι μια συζήτηση για το μέλλον της Δημοκρατίας μας, αλλά και για το μέλλον όλων μας. Θα υπάρξουν σημεία στα οποία θα διαφωνήσουμε. Ωστόσο, οφείλουμε να συμφωνήσουμε ότι σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, ο δρόμος που οδηγεί με μεγαλύτερη ταχύτητα και βεβαιότητα σε ανεπιθύμητες καταστάσεις είναι η στασιμότητα.
Επιμέλεια: Τηλέμαχος Αρναούτογλου



