Τα πλοκάμια του κυκλώματος, έφτασαν και στην Ξάνθη// Σύλληψη 11 Αρχαιοκαπήλων

Εντατική αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στην Ξάνθη και  συνολικά συνελήφθησαν 11 άτομα σε δύο οργανώσεις, που δραστηριοποιούνταν σε παράνομες έρευνες, λαθρανασκαφές και διακίνηση αρχαιοτήτων.

Δύο εγκληματικές οργανώσεις που φέρονται να είχαν αναπτύξει δράση και στην Ξάνθη εξάρθρωσε η Ελληνική Αστυνομία, στο πλαίσιο μεγάλης επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε στις 8 Οκτωβρίου σε Κοζάνη, Καβάλα , Ξάνθη, Δράμα, Ροδόπη και Έβρο.

Οι διακριτικές έρευνες, έφεραν αποτελέσματα:

Συνελήφθησαν συνολικά 11 άτομα, μεταξύ των οποίων και τα φερόμενα ως ηγετικά μέλη των οργανώσεων, με έναν εξ αυτών να είναι εν ενεργεία στρατιωτικός.

 Οι δύο ομάδες φέρονται να δραστηριοποιούνταν από τουλάχιστον τον Σεπτέμβριο του 2025 στην παράνομη αναζήτηση αρχαιοτήτων, σε λαθρανασκαφές, στην κατοχή και διακίνηση αρχαίων αντικειμένων, αλλά και στην παράνομη εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών με σκοπό την πώλησή τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, όπως προέκυψε από την πολύμηνη έρευνα, τα μέλη φέρονται να είχαν αναπτύξει δίκτυο τοπικών συνεργατών, μέσω του οποίου συγκέντρωναν πληροφορίες για περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Για τις έρευνές τους χρησιμοποιούσαν εξειδικευμένο εξοπλισμό, μεταξύ άλλων ανιχνευτές μετάλλων, μηχανήματα διασκόπησης εδάφους, GPS και drone, ενώ η επιλογή των σημείων γινόταν με βάση τόσο την πιθανότητα εύρεσης αρχαιοτήτων όσο και τον κίνδυνο εντοπισμού από τις Αρχές.

 

Οι «Κώδικες»

Τα μέλη των οργανώσεων χρησιμοποιούσαν κωδικοποιημένες εκφράσεις στις επικοινωνίες τους. Η «δουλειά», η «προθέρμανση» και τα «αθλήματα» παρέπεμπαν σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες, ενώ το «jogging», η «γυμναστική» και η «βόλτα» χρησιμοποιούνταν για τη μετάβαση στην ύπαιθρο.

 Ως «όργανα γυμναστικής» περιέγραφαν τον εξοπλισμό των ερευνών, ως «κέρμα» τα αρχαία νομίσματα, ενώ η λέξη «θαύμα» χρησιμοποιούνταν, σύμφωνα πάντα με την ΕΛ.ΑΣ., για την ανεύρεση αρχαιοτήτων μεγάλης αξίας.

 

Τι κατασχέθηκε

Κατά τις έρευνες σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, αρχαία νομίσματα, χάλκινο σύμπλεγμα ιππέα με άλογο, τμήματα καμπανών, δακτύλιοι, πόρπες, περόνες, τμήματα αγγείων και αμφορέων, κεραμικά όστρακα, μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη και άλλα αντικείμενα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Εντοπίστηκαν

24 ανιχνευτές μετάλλων,

11 πηνία ανίχνευσης,

μηχανήματα καταγραφής υπεδάφους,

τρισδιάστατος σαρωτής εδάφους,

γεωφυσικά συστήματα, GPS,

drone,

εργαλεία ανασκαφής,

τρία Ι.Χ.,

κινητά τηλέφωνα,

χάρτες και ιδιόχειρες σημειώσεις.

 Κατασχέθηκαν επίσης τρία κυνηγετικά όπλα, αεροβόλο πιστόλι, ξιφολόγχη, 11.130 ευρώ, 875 τουρκικές λίρες και τρεις χρυσές λίρες.

Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.:

«Από την Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος εξαρθρώθηκαν δύο εγκληματικές οργανώσεις, τα μέλη των οποίων δραστηριοποιούνταν στην παράνομη αναζήτηση αρχαιοτήτων, τη διενέργεια λαθρανασκαφών, την αποδοχή και διάθεση αρχαίων μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, καθώς και την παράνομη εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών με σκοπό την πώλησή τους.

Για τον τερματισμό της δράσης τους πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026, σε περιοχές των Νομών Κοζάνης, Καβάλας, Ξάνθης, Δράμας, Ροδόπης και Έβρου, ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση, με τη συμμετοχή -60- αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης συνελήφθησαν 11 άτομα, (10 ημεδαποί και αλλοδαπός), μεταξύ των οποίων και τα αρχηγικά μέλη, ένας εκ των οποίων είναι εν ενεργεία στρατιωτικός και σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για –κατά περίπτωση– εγκληματική οργάνωση, παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς και περί όπλων. Προηγήθηκε πολύμηνη προανακριτική έρευνα του Γραφείου Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Αρχαιοτήτων του Τμήματος Καταπολέμησης Παράνομης Διακίνησης Ανθρώπων και Αγαθών, στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιήθηκαν πληροφοριακά στοιχεία, διενεργήθηκαν φυσικές επιτηρήσεις και εφαρμόστηκαν ειδικές ανακριτικές πράξεις. Από την έρευνα διακριβώθηκαν η δομή και η ιεραρχία των δύο οργανώσεων, καθώς και οι επιμέρους ρόλοι των μελών τους.

Ειδικότερα, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025, οι δύο οργανώσεις λειτουργούσαν με πανομοιότυπο τρόπο, έχοντας ως βασικό σκοπό τον εντοπισμό, την απόκτηση και την περαιτέρω διάθεση αρχαιοτήτων, είτε μέσω παράνομων ερευνών και λαθρανασκαφών είτε μέσω της αναζήτησης προσώπων που είχαν ήδη στην κατοχή τους αντικείμενα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και επιθυμούσαν να προβούν στην πώλησή τους.

Στο πλαίσιο της δράσης τους, τα μέλη των οργανώσεων φέρονται να είχαν αναπτύξει δίκτυο τοπικών συνεργατών, μέσω των οποίων συγκέντρωναν πληροφορίες για περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και πιθανούς στόχους.

 Η επιλογή των σημείων στα οποία θα πραγματοποιούνταν οι έρευνες δεν βασιζόταν αποκλειστικά στην πιθανότητα εντοπισμού αρχαιοτήτων, αλλά λάμβανε υπόψη και την προσβασιμότητα των περιοχών, την αναμενόμενη απόδοση και τον κίνδυνο εντοπισμού από τις Αρχές.

 Για την πραγματοποίηση των παράνομων ερευνών διέθεταν εξειδικευμένο τεχνικό εξοπλισμό, όπως ανιχνευτές μετάλλων και μηχανήματα διασκόπησης εδάφους, ενώ χρησιμοποιούσαν τετρακίνητα οχήματα για τη μετάβασή τους σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

 Όταν από τις έρευνες εντοπίζονταν ενδείξεις ύπαρξης αρχαιοτήτων, προχωρούσαν, κατά περίπτωση, σε ανασκαφές με τη χρήση κατάλληλων εργαλείων και υποστηρικτικού εξοπλισμού, όπως αξίνες, κρουστικά δράπανα και ηλεκτρογεννήτριες.

Αναφορικά με την πρώτη εγκληματική οργάνωση, διαπιστώθηκε ότι ο φερόμενος ως διευθύνων είχε τον κεντρικό επιχειρησιακό έλεγχο, αναλαμβάνοντας τη συλλογή πληροφοριών, την επιλογή των στόχων, την υλικοτεχνική προετοιμασία, τη λήψη μέτρων προφύλαξης και τη διανομή των παράνομων εσόδων.

Παράλληλα, φέρεται να διέθετε εμπειρία στην εκτίμηση της αξίας των εντοπιζόμενων αντικειμένων και να αποφάσιζε την απόκτησή τους έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους σε πρόσωπα του εξωτερικού. Τα υπόλοιπα μέλη συμμετείχαν στις παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές ή συνέδραμαν στην απόκτηση και διάθεση αντικειμένων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Η Δεύτερη οργάνωση

Αναφορικά με τη δεύτερη εγκληματική οργάνωση, διαπιστώθηκε ότι ο φερόμενος ως διευθύνων, εν ενεργεία στρατιωτικός, δραστηριοποιούνταν συστηματικά σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και λαθρανασκαφές, κυρίως στην περιοχή του Έβρου.

Από την έρευνα προέκυψε, επίσης, ότι έτερο μέλος της οργάνωσης είχε συγκροτήσει, σε βάθος χρόνου, αρχείο θέσεων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αξιοποιώντας παλαιά έγγραφα, σχεδιαγράμματα και στοιχεία από επιτόπιες έρευνες.

 Το αρχείο χρησιμοποιούνταν για την υποστήριξη της δράσης της οργάνωσης. Τα υπόλοιπα μέλη φέρονται να συμμετείχαν στη συλλογή πληροφοριών και στη διενέργεια παράνομων αρχαιολογικών ερευνών και λαθρανασκαφών, κατόπιν οδηγιών και έναντι αμοιβής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των μελών των δύο οργανώσεων, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, πραγματοποιούσαν κυρίως αυτοπρόσωπες συναντήσεις, εφαρμόζοντας μεθόδους αντιπαρακολούθησης.

Όταν απαιτούνταν τηλεφωνικές επικοινωνίες, χρησιμοποιούσαν συνθηματικές και κωδικοποιημένες λέξεις και εκφράσεις, με σκοπό να αποκρύπτουν το πραγματικό αντικείμενο των συζητήσεών τους από τις διωκτικές Αρχές.

Ενδεικτικά, χρησιμοποιούσαν τις ακόλουθες κωδικοποιημένες εκφράσεις:

«Δουλειά», «σοβαρή δουλειά», «προθέρμανση» και «αθλήματα»: αναφέρονταν σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες.

«Jogging», «γυμναστική» και «βόλτα»: χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν τη μετάβαση στην ύπαιθρο με σκοπό την πραγματοποίηση παράνομων αρχαιολογικών ερευνών.

«Όργανα γυμναστικής»: αναφέρονταν στον τεχνικό εξοπλισμό που χρησιμοποιούνταν για τις παράνομες έρευνες και λαθρανασκαφές, όπως ανιχνευτές μετάλλων και μηχανήματα διασκόπησης εδάφους.

«Φόρτιση»: παρέπεμπε στην προετοιμασία του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού, ιδίως των ανιχνευτών μετάλλων.

«Κέρμα»: χρησιμοποιούνταν για τα αρχαία νομίσματα.

«Άσπρα»: αναφέρονταν σε ασημένια και χρυσά αρχαία νομίσματα σε καλή κατάσταση, τα οποία παρουσίαζαν σημαντική εμπορική αξία.

«Θαύμα»: χρησιμοποιούνταν για την ανεύρεση αρχαίων μνημείων μεγάλης αξίας.

Κοινό χαρακτηριστικό των δύο οργανώσεων ήταν η κατοχή και εκτεταμένη χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού ανίχνευσης μετάλλων και διασκόπησης εδάφους, τον οποίο τα μέλη τους χειρίζονταν με ιδιαίτερη εξοικείωση.

Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πλήθος αντικειμένων που εμπίπτουν στη νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, μεταξύ των οποίων πλήθος αρχαίων νομισμάτων, χάλκινο σύμπλεγμα ιππέα με άλογο, τμήματα χάλκινων καμπανών, μεταλλικά αντικείμενα, όπως δακτύλιοι, πόρπες, περόνες, λαβές αγγείων και διακοσμητικά εξαρτήματα, μολύβδινα αντικείμενα, τμήματα πήλινων αγγείων και αμφορέων, κεραμικά όστρακα με διακόσμηση, τμήμα ακροκέραμου, καθώς και 4 μαρμάρινα τμήματα αρχιτεκτονικών μελών και λίθινο τμήμα αρχιτεκτονικής διακόσμησης.

Επίσης, κατασχέθηκαν:

24 ανιχνευτές μετάλλων, 11 πηνία ανίχνευσης μετάλλων και ανταλλακτική κεφαλή ανιχνευτή μετάλλων,

2 επαναφορτιζόμενες μπαταρίες λιθίου, εντός ενσωματωμένης θήκης με εξάρτηση ώμων,

μηχάνημα πλήρους καταγραφής υπεδάφους και φορητός τρισδιάστατος σαρωτής εδάφους,

γεωφυσικό σύστημα, αποτελούμενο από τρεις κεραίες, μία ρόδα και μία οθόνη, εντός μεταλλικού κυτίου, καθώς και γεωφυσικός ανιχνευτής καταγραφής δεδομένων,

5 ραβδοσκοπικά ή αποστατικά μηχανήματα και ραντάρ με οθόνη,

2 ανιχνευτές κρυφών καμερών και πομπών,

7 μετασχηματιστές και 5 μπαταρίες εντός μεταλλικών κυτίων, καθώς και μία συσκευή UPS,

φορητό GPS χειρός και ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος (drone),

8 φτυάρια, 16 αξίνες, 2 δράπανα και 2 γεννήτριες βενζίνης,

3 λοστοί, σκαλιστήρι, τσεκούρι, πριόνι, τσαλοκόφτης, λειαντήρας και μιστρί-μαχαίρι,

ξύλινο στυλιάρι με προσαρτημένο σπασμένο μεταλλικό εξάρτημα και τεμάχιο σχοινιού,

3 Ι.Χ. επιβατηγά αυτοκίνητα,

8 κινητά τηλέφωνα, 3 φορητοί ασύρματοι πομποδέκτες και κεραία ασυρμάτων,

ραδιοενισχυτής ήχου με 3 βέργες,

5 μπλοκ ιδιόχειρων σημειώσεων και 2 φάκελοι που περιείχαν χάρτες και ιδιόχειρες σημειώσεις,

7 φύλλα χαρτιού με αναγραφόμενους αριθμούς συχνοτήτων,

2 ζευγάρια κυάλια, φακός κεφαλής με ταινία και μπαταρία, φακός και προβολέας που λειτουργεί με πρίζα,

ζευγάρι ακουστικά, μαύρη τσάντα, η οποία περιείχε 5 πλαστικούς σωλήνες για την ανίχνευση μετάλλων,

χρηματοκιβώτιο,

το χρηματικό ποσό των 11.130 ευρώ και 875 τουρκικές λίρες, 3 χρυσές λίρες, χρυσό δαχτυλίδι,

3 κυνηγετικά όπλα, αεροβόλο πιστόλι, αμπούλα πεπιεσμένου αέρα για τη λειτουργία του και ξιφολόγχη.

δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, η απώλεια του οποίου είχε δηλωθεί.

Επίσης, εντοπίστηκαν και αντικείμενα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης ως προς τη φύση τους και την υπαγωγή τους στη νομοθεσία περί αρχαιοτήτων, μεταξύ των οποίων 5 βλήματα φυσιγγίων, 7 μολύβδινα βόλια, 41 νομίσματα, 10 νομίσματα με οπή ανάρτησης, 5 δισκοειδή αντικείμενα με κρίκο ανάρτησης, 11 μεταλλικά αντικείμενα και 21 «άσπρα» νομίσματα, εκ των οποίων 2 με οπή ανάρτησης.

Τα κατασχεθέντα αρχαία μνημεία θα αποσταλούν στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης για φύλαξη και τελική εκτίμηση και αξιολόγηση.

Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στις αρμόδιες εισαγγελικές 

 

 

 

 

 

 

 

Επιμέλεια: Τηλέμαχος Αρναούτογλου

Αστυνομικά
Κοινωνικά
Πολιτιστικά
Τοπικά