Επιμέλεια: Τηλέμαχος Αρναούτογλου
-Τα αρχεία που δημοσιεύονται στον ιστότοπο της «Όμορφης Πόλης» αποτελούν προϊόν επιστημονικής/ακαδημαϊκής έρευνας που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του εγχειρήματος το οποίο ανέλαβαν φορείς της Ξάνθης, υπό την αιγίδα του Δημάρχου Ξάνθης, με τελικό σκοπό την επίσημη αναγνώριση του Καρυόφυτου, ως «Μαρτυρικού Χωριού».
-Οι εργασίες, συντάχθηκαν από τους Καθηγητές του Δ.Π.Θ., Ιωάννη Μπακιρτζή και Γεώργιο Τσιγάρα, οι οποίοι ορίσθηκαν ως εκπρόσωποι του Πρύτανη του Δ.Π.Θ. στην αρμόδια Επιτροπή και αποτελούν συμβολή στην προσπάθεια ιστορικής τεκμηρίωσης του απολύτως δίκαιου αιτήματος της αναγνώρισης της θυσίας.
«ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΥΟΦΥΤΟΥ (1944)»
ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ:
Ιωάννης Μ. Μπακιρτζής, Καθηγητής ΔΠΘ. -Γεώργιος Χρ. Τσιγάρας, Καθηγητής ΔΠΘ.
Εισαγωγικά, μνημονεύουμε πως, εν συνόλω για την Ελλάδα και ειδικότερα για την δυτική Θράκη, η περίοδος μεταξύ των ετών 1941–1944 καταχωρίζεται ως μία εκ των πλέον τραγικών της σύγχρονης ιστορίας τους. Η καταστροφή συντελέσθηκε εξαιτίας της κατάρρευσης του ελληνικού μετώπου, τον Απρίλιο του 1941, και την επακόλουθη συνθηκολόγηση. Προηγήθηκε η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα (Επιχείρηση «Μαρίτα»), που εκδηλώθηκε το πρωί της 6ης Απριλίου 1941. Με τον ελληνικό στρατό απασχολημένο στην Αλβανία κατά των Ιταλών, η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε από την κατεύθυνση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Το κύριο εμπόδιο για τις γερμανικές δυνάμεις ήταν η αμυντική διάταξη του συμπλέγματος των 21 αυτόνομων, υπόγειων οχυρών που εκτεινόταν από το όρος Μπέλες μέχρι τον Εχίνο της Ξάνθης και τη Νυμφαία της Ροδόπης. Η αναμέτρηση στα οχυρά υπήρξε μία από τις πιο σφοδρές και ηρωικές σελίδες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρά την συντριπτική υπεροχή των Γερμανών στο πεδίο και στον αέρα, οι Έλληνες μαχητές προέβαλαν πείσμονα αντίσταση.
Ωστόσο, η συνέχιση της αντίστασης κατέστη μάταιη και η παράδοση αναπόφευκτη, ήδη την 9η Απριλίου, ενώ τελική Συνθηκολόγηση υπεγράφη την 23η Απριλίου 1941. Κατόπιν, η ελλαδική επικράτεια διαμελίστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής: την γερμανική, την ιταλική και την βουλγαρική· ειδικότερα, στην Βουλγαρία αποδόθηκαν, ως ανταμοιβή για την συμπαράταξή της με τις φασιστικές δυνάμεις, οι επαρχίες της ανατολικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης (εξαιρουμένου ενός διαδρόμου κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Έβρου στα ελληνοτουρκικά σύνορα, που παρέμεινε υπό γερμανικό έλεγχο).
Αντιθέτως με την γερμανική και ιταλική ζώνη, όπου οι κατοχικές δυνάμεις διατήρησαν τύποις κάποιες ελληνικές διοικητικές δομές, η Βουλγαρία συμπεριφέρθηκε στην Θράκη όχι ως προσωρινά κατεχόμενο έδαφος, αλλ’ ως δικαιωματικώς βουλγαρική κτήση που «παλιννόστησε» και έπρεπε να ενσωματωθεί πλήρως στο βουλγαρικό κράτος, με την ονομασία αυτής της διοικητικής περιφέρειας ως Μπελομόριε, δηλαδή «Αιγαιακή». Ο σκοπός των βουλγαρικών αρχών κατοχής ήταν προφανής, δηλαδή η ολοσχερής εκθεμελίωση του ελληνικού χαρακτήρα της περιοχής, διά του βίαιου εκβουλγαρισμού του πληθυσμού και της παγίωσης τετελεσμένων που θα επέτρεπαν την μόνιμη προσάρτηση της Θράκης, μετά την λήξη του πολέμου. Η συμμαχία με την Γερμανία προφανώς εξέφραζε την πεποίθηση της Σόφιας, πως ο Άξονας θα εξερχόταν νικητής στην αναμέτρηση, άρα και οι Συνθήκες που θα επισφράγιζαν την τελική έκβαση, έπρεπε να βρουν την Θράκη πλήρως εντεταγμένη στον βουλγαρικό εθνικό κορμό, ώστε να παραχθούν και οι σχετικές νομικές πρόνοιες μόνιμης ενσωμάτωσης στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου.
Ερχόμενοι στις μεθοδεύσεις του εκβουλγαρισμού, παρατίθενται οι κύριοι άξονες του σχεδιασμού και οι τρόποι που υλοποιήθηκε.
Το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της αλλοίωσης της ταυτότητας της ελληνικής Θράκης ήταν η πλήρης κατάργηση των διοικητικών δομών. Το σύνολο της δημοσιοϋπαλληλίας, ιεραρχικά καθέτως, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, των μελών των σωμάτων ασφαλείας και των δοτών και αιρετών αρχόντων απολύθηκαν αυθωρεί, διώχθηκαν ή εξαναγκάστηκαν σε φυγή προς την γερμανική ζώνη κατοχής και στην θέση τους εγκαταστάθηκαν Βούλγαροι δημόσιοι υπάλληλοι και αστυνομικοί.
Επίσης, με σχετικό νόμο επιβλήθηκε η λήψη βουλγαρικής υπηκοότητας σε όλους τους κατοίκους της περιοχής, ενώ η άρνηση επέφερε βαριές κυρώσεις, στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, δελτίου τροφίμων και επαγγελματικής απασχόλησης. Ταυτοχρόνως, ξεκίνησε και η συστηματική μετονομασία των τοπωνυμίων, ενώ αντικαταστάθηκαν οι δημόσιες ελληνικές επιγραφές και καταστράφηκαν στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομίας. Η χρήση της ελληνικής γλώσσας απαγορεύτηκε αυστηρά στον δημόσιο χώρο και στις εμπορικές συναλλαγές και οι παραβάτες φυλακίζονταν, ξυλοκοπούνταν ή κατέβαλλαν εξοντωτικά πρόστιμα. Όλα τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν και, αντ’ αυτών, ιδρύθηκαν βουλγαρικά, στα οποία η φοίτηση των ελληνοπαίδων έγινε υποχρεωτική, προκειμένου να αφομοιωθεί ολοκληρωτικά η νέα γενιά.
Εκ των πρώτων θεσμών που στοχοποιήθηκαν ακόμη, ήταν η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και οι Μητροπολίτες και ο κατώτερος κλήρος εκδιώχθηκαν βίαια. Οι ενορίες πέρασαν στην δικαιοδοσία της Εξαρχίας. Οι ακολουθίες τελούνταν αποκλειστικά στην βουλγαρική γλώσσα, οι ιερές εικόνες αντικαταστάθηκαν ή παραποιήθηκαν, και απωλέσθηκαν ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικά κειμήλια και βιβλία.
Η βουλγαρική διοίκηση έθεσε σε εφαρμογή και ένα λεπτομερές σχέδιο οικονομικής εξαθλίωσης του ελληνικού στοιχείου, με σκοπό να εξαναγκάσει τους κατοίκους σε μετανάστευση ή αποδοχή νέας ταυτότητας. Στο ίδιο πλαίσιο, οι περιουσίες των Ελλήνων που είχαν προσφυγοποιηθεί, κατασχέθηκαν αμέσως, ενώ για τους παραμένοντες η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος απαγορεύθηκε χωρίς την ειδική άδεια από τις κατοχικές αρχές. Οι άδειες αυτές χορηγούνταν, σχεδόν αποκλειστικά, σε όσους δήλωναν βουλγαρική εθνικότητα ή δέχονταν να συνεργαστούν· τα ελληνικά καταστήματα, οι εμπορικές επιχειρήσεις, η μεταποίηση και οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις αφαιρέθηκαν βίαια από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους και παραχωρήθηκαν σε Βουλγάρους.
Η αλλαγή της δημογραφικής σύστασης της Θράκης, επιχειρήθηκε μέσω ενός ευρέος προγράμματος εποικισμού, βάσει του οποίου πολλές χιλιάδες Βούλγαροι χωρικοί και αστοί από το εσωτερικό της χώρας μετακινήθηκαν προς την Θράκη, με το δέλεαρ των υποσχέσεων εκ μέρους των αρχών για δωρεάν διανομή κλήρου, κατοικιών και επιχειρήσεων, εννοείται εκ των αρπαγέντων. Οι εντόπιοι υποχρεώθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις, να συγκατοικήσουν στα ίδια τους τα σπίτια με εποίκους.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συνέλεξε ο Δήμος Βογιατζόπουλος, Η Ξάνθη πριν και μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σπανίδης, Ξάνθη 2008, σ. 205: Από τους πρώτους που αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στην γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη ήταν και ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ Μαρτινιανός, ο οποίος ειδοποιήθηκε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει την έδρα του μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Το ίδιο συνέβη και με τους ιερείς, τους επιστήμονες, τους διανοούμενους, τους εκπαιδευτικούς, τους δημόσιους υπαλλήλους και γενικά όσους μπορούσαν να επηρεάσουν τον πληθυσμό λόγω της μόρφωσής τους και του κύρους που διέθεταν. Εκδιώχθηκαν όλοι σε μικρό χρονικό διάστημα.
Έτσι λοιπόν αφού οι Βούλγαροι εκτόπισαν τον Μητροπολίτη Ιωακείμ Μαρτινιανό, που ήταν ποιμενάρχης της πόλης και σχεδόν όλους τους ιερείς της περιοχής, τους αντικατέστησαν με Βούλγαρους Εξαρχικούς. Κατέλαβαν τα Μοναστήρια, κατέσχεσαν την πλούσια περιουσία τους και τα ιερά τους κειμήλια. Τα Ελληνικά Εκκλησιαστικά βιβλία τα έκαψαν και οι ιεροτελεστίες άρχισαν να γίνονται στη Βουλγαρική γλώσσα από Βούλγαρους ιερείς.
Την περίοδο της Βουλγαρικής Κατοχής της Ξάνθης, τα παιδιά του Ορφανοτροφείου της Ξάνθης, μεταφέρθηκαν για την ασφάλειά τους στο Βόλο, από όπου επέστρεψαν μετά τον πόλεμο. Στις 21 Μαΐου του 1941, οι Βουλγαρικές Αρχές με Διάταγμα απαγόρευσαν, με ποινή προστίμου, να ομιλείται η Ελληνική γλώσσα.
Παράλληλα διατάχθηκαν οι Έλληνες να παραδώσουν τον κρυμμένο οπλισμό, ενώ απαγορεύθηκε η λειτουργία των Ελληνικών τυπογραφείων και η χρήση των Ελληνικών γραφομηχανών και πολυγράφων. Απαγορεύθηκε ακόμη η ακρόαση ξένων ραδιοφωνικών σταθμών και έτσι σφραγίσθηκαν ή κατασχέθηκαν όλα τα ραδιόφωνα.
Μετά από αυτά ορίσθηκαν αμέσως αυστηρές ποινές για όσους παραβίαζαν τις απαγορεύσεις και κυρίως για αυτούς που έκρυβαν τρόφιμα ή παραχωρούσαν τα σπίτια τους για παράνομες ενέργειες που είχαν σκοπό την διατάραξη της τάξης.
Οι βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία μπήκαν υπό έλεγχο και απαγορεύθηκε η χρήση της Ελληνικής ιστορίας. Υπό έλεγχο και παρακολούθηση ήταν ακόμη και το εκκλησιαστικό κήρυγμα στους Ελληνικούς Ναούς, ενώ κατά τη θεία λειτουργία ήταν υποχρεωτικό να μνημονεύονται οι Βούλγαροι Βασιλείς, ο Βούλγαρος τοπικός Έξαρχος και η σύνοδος της Σόφιας.
Ο Παναγιώτης Κυριακού, από την Ξάνθη, σε μαρτυρία του κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι:
«...Στους Έλληνες απαγορεύεται να μιλούν Ελληνικά. Όταν κάποιος μιλά Ελληνικά συλλαμβάνεται από τους Χωροφύλακες, δέρνεται και κλείνεται στο κρατητήριο, όπου υποχρεώνεται να πληρώσει χρηματικό πρόστιμο...».
Την ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή τον Μάιο του 1941, η Ξάνθη είχε γίνει η έδρα της ενιαίας εκπαιδευτικής περιφέρειας Αιγαίου, που περιελάμβανε τις επαρχίες Καβάλας, Ελευθερούπολης, Χρυσούπολης, Θάσου και Ξάνθης, ενώ ήταν και η έδρα του Βούλγαρου Περιφερειακού Σχολικού Επιθεωρητή για τις επαρχίες Δράμας, Κομοτηνής, Σερρών, Αλεξανδρούπολης και Ξάνθης.
Μέσα σε αυτή την ζοφερή κατάσταση, οι κάτοικοι του Καρυοφύτου, όπως και της ευρύτερης ορεινής ζώνης της Ξάνθης, τόσο του χριστιανικού όσο και του μουσουλμανικού τμήματος αυτής, υπέστησαν όλο το περιγραφόμενο φάσμα της βίας. Παρά το καθεστώς τρόμου, στην περιοχή εκδηλώθηκε έντονη αντιστασιακή δράση, κυρίως από τις ανταρτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ αλλά και των τμημάτων του Αντωνίου Φωστερίδη.
Πρωθύστερα, υπενθυμίζεται ότι ο οικισμός, υπό την παλαιά (οθωμανική) ονομασία Kozluca, με το ΦΕΚ 193, τεύχ. 1, Αθήνα 20/09/1928, είχε μετονομασθεί ως ακολούθως: Ἡ κοινότης «Κοζλοῦτσα» μετονομάζεται εἰς «κοινότητα Καρυοφύτου» καὶ ὁ ὁμώνυμος αὐτῇ συνοικισμὸς Κοζλοῦτσα εἰς «Καρυόφυτον».
Η δημογραφική σύσταση του οικισμού καθορίσθηκε με βάση προτερόχρονες ιστορικές εξελίξεις, συγκεκριμένα την Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου (1913), που είχε κατακυρώσει τον οικισμό στην Ελλάδα· συνεπεία τούτου, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της περιοχής ορίσθηκε ως ανταλλάξιμος, σύμφωνα με την Σύμβαση Περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάννης (1923). Ακολούθως, ο οικισμός και η ευρύτερη περιφέρειά του εποικίσθηκε από Ποντίους, Μικρασιάτες και Ανατολικοθρακιώτες πρόσφυγες. Αντλώντας στοιχεία από την απογραφή της κοινότητας Καρυοφύτου (Κοζλούτσης)–Karyophyton (Kozloutsi), το χωριό είχε απογεγραμμένους κατοίκους 374 άρρενες και 338 θήλεις, σύνολο 712 ψυχές (στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία. Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928.).
Καταλήγοντας στα υπό διερεύνηση γεγονότα, υπενθυμίζουμε ότι, στις αρχές Σεπτεμβρίου 1944, το βουλγαρικό καθεστώς υπέκυπτε στις πολεμικές εξελίξεις, καθώς ο Σοβιετικός Στρατός προσέγγιζε επικίνδυνα την Σόφια και, παραλλήλως, προετοιμαζόταν το πραξικόπημα του επονομαζόμενου «Πατριωτικού Μετώπου» για την αλλαγή «στρατοπέδου», ενόσω οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής στην Θράκη βρίσκονταν σε κατάσταση νευρικότητας και οπισθοχώρησης.
Η αφορμή για τα γεγονότα του Καρυοφύτου δόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1944, όταν αντάρτες έστησαν ενέδρα σε βουλγαρικό στρατιωτικό τμήμα κοντά στο χωριό, με αποτέλεσμα τον θάνατο ορισμένων Βουλγάρων στρατιωτών. Η απάντηση των δυνάμεων κατοχής ήταν η άμεση ανταπόδοση αντιποίνων.
Συγκεκριμένα, το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου 1944, ισχυρές βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις, περιέσφιξαν το Άνω και Κάτω Καρυόφυτο. Οι στρατιώτες εισέβαλαν στα σπίτια, συγκέντρωσαν τον άμαχο πληθυσμό και άρχισαν να εκτελούν εν ψυχρώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγεται και ο Βούλγαρος δοτός κοινοτάρχης Βασίλιε Καΐσεφ, διότι επιχείρησε να εμποδίσει τις δολοφονίες.
Η θηριωδία κορυφώθηκε με αδιάκριτες εκτελέσεις πολιτών δια τυφεκισμού στις αυλές των σπιτιών ή σε κεντρικά σημεία του οικισμού. Οι οικίες και οι βοηθητικές εγκαταστάσεις παραδόθηκαν στις φλόγες με αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς εγκαυματίες, κυρίως ηλικιωμένους που αδυνατούσαν να μετακινηθούν. Πριν την καταστροφή, οι κατοχικές δυνάμεις διήρπαξαν τις περιουσίες, καθώς και το ζωικό κεφάλαιο των χωρικών. Ο τραγικός απολογισμός της άλογης βίας ανήλθε σε 38 νεκρούς, μεταξύ των οποίων νήπια, έγκυοι και υπερήλικες. Η αγριότητα της επίθεσης κατέστρεψε ολοσχερώς τον οικισμό.
Κατά τα αναφερόμενα και πάλι από τον Βογιατζόπουλο: Το χρονικό της φονικής σφαγής το ανέφερε ο Στρατηγός ε. α. Κωνσταντίνος Βουλουτιάδης στην ομιλία του “Καρυόφυτο 94”, ως εξής:
«Από νωρίς τα ξημερώματα της ημέρας αυτής, οι Βούλγαροι άρχισαν να πυροβολούν και να φωνάζουν στους δρόμους του χωριού. Στη συνέχεια χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών τις έσπαζαν και αφού έμπαιναν μέσα σ’ αυτά 4 με 5 πάνοπλοι Στρατιώτες ανάγκαζαν τους ανθρώπους να βγουν έξω. Τότε ρίχνοντας βενζίνη έβαζαν φωτιά. Ούτε η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου δεν γλίτωσε από τις φλόγες.
Μερικούς από τους κατοίκους, κυρίως τα γυναικόπαιδα, τους συγκέντρωναν σε μικρές ομάδες και τους οδηγούσαν στο σχολείο ή στη πλατεία, ενώ τους άνδρες τους τουφέκιζαν επί τόπου.
Ελάχιστοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να ξεφύγουν. Πολλά μικρά παιδιά οι μητέρες τους τα βοηθούσαν να φύγουν από τους χώρους συγκέντρωσης και να πάνε να κρυφθούν στους λαχανόκηπους και στα γύρω δάση, με αποτέλεσμα μερικά από αυτά να καταφέρουν να επιζήσουν, τα περισσότερα όμως όχι.»
Μετά το μεσημέρι, οι Βούλγαροι, έφυγαν από το χωριό, αφού τελείωσαν το κτηνώδες έργο τους που ήταν η άνανδρη δολοφονία όλων των κατοίκων του. Οι κάτοικοι από το διπλανό χωριό Κάτω Καρυόφυτο, μαζί με αυτούς που έζησαν από το Άνω Καρυόφυτο, όταν πήγαν στο χωριό βρέθηκαν μπροστά σε μία απερίγραπτη εικόνα.
Καμένα σπίτια και δίπλα τους μισοκαμένοι άνθρωποι, δολοφονημένοι εδώ και εκεί αδιακρίτως ηλικίας και φύλου. Μεταξύ αυτών και ένα δεκάχρονο κοριτσάκι που όταν προσπάθησε να ξεφύγει το τραυμάτισαν και αφού το περιέλουσαν με βενζίνη το έκαψαν ζωντανό. Έναν άλλο άνδρα πάλι αφού του έκοψαν τα πόδια με πριόνι τον αποτελείωσαν με τις σφαίρες των όπλων τους. Ούτε αυτές οι έγκυες γυναίκες του χωριού δεν απέφυγαν τον θάνατο αφού πρώτα είχαν ατιμαστεί και βιαστεί.
Εντέλει, η βουλγαρική κατοχή της ελληνικής Θράκης τερματίστηκε το φθινόπωρο του 1944, καθώς η προέλαση του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια ανάγκασε την Βουλγαρία να συνθηκολογήσει και να αλλάξει στρατόπεδο. Οι βουλγαρικές δυνάμεις και οι έποικοι αποσύρθηκαν εσπευσμένα, αφήνοντας πίσω τους μια περιοχή δημογραφικά αποψιλωμένη, οικονομικά καθημαγμένη και κοινωνικά τραυματισμένη. Μεταξύ των οικισμών που έφεραν τα ανεξίτηλα σημάδια αυτού του εγκλήματος, ήταν και το Καρυόφυτο Ξάνθης, στου οποίου την θυσία οφείλει να εγκύψει και να την αναγνωρίσει η ελληνική Πολιτεία με μοναδικό στόχο να κρατηθεί άσβεστη η συλλογική ιστορική μνήμη και «εις μνημόσυνον ψυχών αιώνιον».
ΚΥΡΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Αι θυσίαι της Ελλάδος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1946), (Επιμέλεια: Κωνσταντίνου Δοξιάδη), εκ του Τυπογραφείου Ασπιώτη-ΕΛΚΑ Αθήνα.
Βογιατζόπουλος, Δήμος (2008), Η Ξάνθη πριν και μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σπανίδης, Ξάνθη.
Γενική Στατιστική Υπηρεσία (1929), Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928. Population de la Grèce: d'après le recensement du 15-16 Mai 1928, Εκ του Εθνικού τυπογραφείου έκδ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Εν Αθήναις.
Hoope, Hans-Joachim (1986), "Bulgarian Nationalities Policy in Occupied Thrace and Macedonia", Nationalities Papers, Vol. 14, No. 1-2, pp. 89–100.
Κοτζαγεώργη-Ζυμάρη, Ξανθίππη, (Επιμέλεια) (2002), Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (1941-1944), Θεσσαλονίκη Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ).
Κουζινόπουλος, Σπύρος (2011), Δράμα 1941: Μια παρεξηγημένη εξέγερση, Αθήνα εκδ. Καστανιώτης.
Μαύρη Βίβλος των βουλγαρικών εγκλημάτων εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και Δυτικήν Θράκην (1941-1944). (1945), έκδ Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Μακεδονία, Αθήνα.
Miller, Marshall Lee (1975), Bulgaria during the Second World War, Stanford University Press.
Παρασκευά, Ελένη (2017), Εκδηλώσεις του βουλγαρικού εθνικισμού στη Θράκη κατά τον 20ό αιώνα (Μεταπτυχιακή Εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης).
Πατρωνίδου, Δήμητρα (2019), Απόπειρα εκπαιδευτικού εκβουλγαρισμού 1941-1944, Η κατεχόμενη ανατολική Μακεδονία και Θράκη μέσα από τα βουλγαρικά αρχεία, Αθήνα εκδ. Επίκεντρο.
Τσιολχάς, Δημήτριος Γ. (2017), Ο βουλγαρικός εθνικισμός και οι βουλγαρικές πολιτικές στη Θράκη (τέλη 19ου αι.–μέσα 20ού αι.), (Διδακτορική Διατριβή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης).
Χατζηαναστασίου, Τάσος (2003), Αντάρτες και Καπετάνιοι: Η Εθνική Αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης (1941-1944). Θεσσαλονίκη Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη.
Χρυσοχόου, Αθανάσιος Ι. (1950-1951), Η κατοχή εν Μακεδονία. Βιβλίον Δ’: Οι Βούλγαροι εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (τεύχη Α’-Β’), Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.
ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΚΟ–ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Όλοι οι ακόλουθοι χάρτες, υπομνήματα, φωτογραφία και κείμενο αντλήθηκαν από την έκδοση του Τυπογραφείου Ασπιώτη-ΕΛΚΑ (Αθήνα 1946), με τον τετράγλωσσο τίτλο: ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά και ρωσικά: «Αι θυσίαι της Ελλάδος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» (Επιμέλεια: Κωνσταντίνου Δοξιάδη).
Η πυκνότητα πληθυσμού (χάρτης και υπόμνημα) της Θράκης, τις παραμονές της βουλγαρικής της κατοχής.
Οι εμπορικές επιχειρήσεις στην Θράκη (χάρτης και υπόμνημα) κατά τις παραμονές της βουλγαρικής κατοχής.
Χάρτης των επιχειρήσεων του Ελληνογερμανικού πολέμου (Απρίλιος 1941).
Τα εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης που κατείχαν οι Βούλγαροι και οι Γερμανοί μετά τον διαμελισμό της Ελλάδας.
Χάρτης με τα καμμένα–λεηλατηθέντα χωριά της Θράκης. Στο αριστερό άκρο, δυτικά–βορειοδυτικά της Ξάνθης, σημειώνεται το Καρυόφυτο
Επιμέλεια: Τηλέμαχος Αρναούτογλου



